Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ο «νοικοκυραίος» κατά τον Μπαλζάκ


του Νίκου Σκοπλάκη


Στην περίοδο της Παλινόρθωσης (2 Απριλίου 1814-27/29 Ιουλίου 1830) και της «Μοναρχίας του Ιουλίου» (30 Ιουλίου 1830-24 Φεβρουαρίου 1848) η γαλλική αστική τάξη συστηματοποιεί τη διάδραση με τα κατάλοιπα της αριστοκρατίας και προσοικειώνεται πολλά από τα αντιδιαφωτιστικά τους ιδεολογήματα. Η ανάγκη για σταθεροποίηση των κυρίαρχων τάξεων δίνει προτεραιότητα στη συγκρότηση μιας μορφής κράτους, που θα μπορούσε να αποδειχτεί ανθεκτική απέναντι στις επικίνδυνες κληρονομιές της Γαλλικής Επανάστασης και την επίδρασή τους στον κοινωνικό πυθμένα.




Η εξαθλίωση των εργαζόμενων στρωμάτων αναλογεί στην κεφαλαιοκρατική σχέση, όπως συγκροτείται και αναπτύσσεται, μέσα από τις εργασιακές σχέσεις, την παραγωγή και διάθεση του εμπορεύματος, αλλά και του χρηματικού κεφαλαίου, σε «οικονομία-έθνος» («économie-nation»)[1].  Σε γενικές γραμμές, επιβάλλεται ως ύψιστη ανάγκη αυτού του έθνους η μεγαλύτερη δυνατή οικονομική ασυδοσία για τον μικρό και μεγάλο καπιταλιστή στο εσωτερικό και η μεγαλύτερη δυνατή προστασία του μικρού και μεγάλου καπιταλιστή από το γαλλικό δημόσιο στη διεθνή αγορά. Ήδη από το 1820, το πρόγραμμα μεγάλων έργων και υδάτινων δρόμων του Λουί Μπεκέ (Louis Becquey) προσδιόριζε ότι το κράτος δεν έπρεπε να υποκαθιστά τους επιχειρηματίες και γι’ αυτό ήταν απαραίτητο να δοθεί η κατασκευαστική δραστηριότητα σε ιδιωτικές εταιρείες με τη χορήγηση δημόσιων πόρων για να αντεπεξέλθουν στο κόστος, όπως συνοψίζει ο Αμερικανός ιστορικός R.G.Geiger.
Στη σύζευξη του κοινωνικού αρχαϊσμού και της νεωτερικότητας που αποκρυσταλλώνει την ταξική συμμαχία της Παλινόρθωσης και της «Μοναρχίας του Ιουλίου», εμφανίζεται ο cumulard, θησαυριστής κεφαλαίου τόσο ως κρατικοδίαιτος από την απόκτηση δημόσιου χρήματος και κοινωνικής επιρροής όσο και ως επιχειρηματίας από την απεριόριστη εκμετάλλευση της εργασίας. Ο cumulard, θησαυριστής και πολυθεσίτης, υπάρχει σε μικρή και μεγάλη κλίμακα και αναδεικνύεται σε παράγοντα ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία των μηχανισμών του κράτους και την ισχυροποίηση των ιδεολογικών λειτουργιών της «οικονομίας του έθνους», του «νόμου και της τάξης» απέναντι στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις επικίνδυνες καταπιεζόμενες τάξεις.
Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ δημοσιεύει ήδη από το 1821 ένα καυστικό άρθρο ενάντια στους cumulards μεγάλης κλίμακας με τον εύγλωττο τίτλο «Almanach des cumulards». Σε αυτό καταγράφει με αλφαβητική σειρά επιφανείς παράγοντες με αυτή την ιδιότητα, προσδιορίζοντάς τους με σαρκασμό ως «άντρες που κυριευμένοι από τον έρωτα του δημοσίου οφέλους εκτελούν όλες τις εργασίες». Οι χρυσοπληρωμένες κρατικές τους θέσεις στηρίζονται σε μια ιδιοκτησιακή αντίληψη του δημόσιου χρήματος. Η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητά τους στηρίζεται στην χωρίς όρια εκμετάλλευση της εργασίας των καταπιεζόμενων τάξεων. [2]  Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1830, ο Μπαλζάκ καταπιάνεται με τους cumulards μικρής κλίμακας, τους «νοικοκυραίους» της εποχής του, σε χρονογράφημα με τίτλο «Le Petit Mercier» («Ο μικρέμπορος»), δημοσιευμένο στο έντυπο «La caricature». Σε επεξεργασμένη μορφή, θα το εντάξει στη νουβέλα «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια» («La Fille aux yeux d’or», 1834/1835) [3] σαν οργανικό τμήμα της ταξικής χαρτογράφησης του Παρισιού, όπου ο καπιταλισμός υλοποιείται με τη φυσική καταστολή και την ιδεολογία ως καθαρτήριο και εσωτερικεύεται ως κόλαση της ατομικής ύπαρξης.
Ο «νοικοκυραίος» την εποχή του Μπαλζάκ έχει επενδύσει κεφάλαιο σε μια μικρή επιχείρηση, όπου οι εργαζόμενοι δουλεύουν και αμείβονται πρακτικά σαν σκλάβοι στο έλεός του. Ταυτοχρόνως και συνήθως, έχει εξασφαλίσει μια κατώτερη, αλλά στρατηγική για το συμφέρον του, θέση στον κρατικό μηχανισμό. Ενστερνίζεται και διαδίδει με όλους τους τρόπους τις αρχές της «οικονομίας του έθνους» και των έντυπων οργάνων της. Το «λαϊκό αίσθημά» του ιεροποιεί τον ηθικό πανικό απέναντι σε κάθε έκφανση κοινωνικού ριζοσπαστισμού, διασφαλίζοντας τη συνέχεια και τη σταθερότητα των ιδεολογικών μηχανισμών στο κοινωνικό πεδίο, αποσπώντας συχνά και άμεσο υλικό όφελος. Ενδιαφέρεται για την τέχνη μόνο από την οπτική του κέρδους ή της πολιτιστικής βιομηχανίας και του φανταστικού υποκατάστατου που προσαρμόζει στην αυτοεπιτήρηση και τον συντηρητισμό. Η πολιτική του θέαση παρακολουθεί κάθε αναδιάρθρωση ισχύος που αφενός διασφαλίζει την ιδιαίτερη θέση του στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και αφετέρου υπόσχεται την εκπλήρωση της φαντασίωσής του να εισδύσει κάποια στιγμή στη μεγάλη αστική τάξη (προοικονομώντας, έτσι, το καθεστώς του Λουδοβίκου Βοναπάρτη). Στην ταξική χαρτογράφηση του Μπαλζάκ προσδιορίζεται μάλλον ως ανερχόμενη υποδιαίρεση των πολύμορφων μεσοστρωμάτων.
Ορισμένα αποσπάσματα από την περιγραφή του «νοικοκυραίου» στη νουβέλα «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια» μπορούν να διαρθρωθούν σαν υλικό διαλεκτικής εικόνας, με αφόρμηση τη δομή ενοτήτων που προτείνει ο Μισέλ Μπυτόρ για την ανατομία του «νοικοκυραίου» [4]:
1) Γνωριμία με τον «νοικοκυραίο»: «[…] Και κατ’ αρχήν, υποδεχτείτε αυτόν τον βασιλιά της παρισινής διακύμανσης, ο οποίος δάμασε τον χώρο και τον χρόνο. Ναι, υποδεχτείτε τούτο το πλάσμα που είναι καμωμένο από νίτρο και φωταέριο, που δίνει παιδιά στη Γαλλία κατά τις φιλόπονες νύχτες του και πολλαπλασιάζει στη διάρκεια της ημέρας το άτομό του για την εξυπηρέτηση, τη δόξα και την ευχαρίστηση των συμπολιτών του. Αυτός ο άνθρωπος επιλύει το πρόβλημα να επαρκεί συγχρόνως σε μια αξιαγάπητη γυναίκα, στο νοικοκυριό του, στην εφημερίδα «Ο Συνταγματικός» [5], στο γραφείο του, στην εθνοφρουρά [6], στην Όπερα, στον Θεό. Αλλά για να μετασχηματίσει σε χρήματα την εφημερίδα «Ο Συνταγματικός», το γραφείο, την Όπερα, την εθνοφρουρά, τη γυναίκα και τον Θεό. Ενολίγοις, υποδεχτείτε έναν ανεπίληπτο θησαυριστή και πολυθεσίτη».
2) Ο «νοικοκυραίος» και «Ο Συνταγματικός»: «Είτε φυσάει είτε μπουμπουνίζει, βρέξει-χιονίσει, αυτός είναι στον «Συνταγματικό» και περιμένει τη φόρτωση των εφημερίδων, των οποίων τη διάθεση έχει αναλάβει με διαγωνισμό. Παραλαμβάνει με απληστία αυτό το πολιτικό ψωμί, το υποδέχεται και το αναδέχεται».
3) Στο νοικοκυριό: «Στις εννέα, βρίσκεται στην αγκαλιά του νοικοκυριού του, ξεφουρνίζει ένα καλαμπούρι στη γυναίκα του, της αποσπά ένα μεγάλο φιλί, απολαμβάνει ένα φλιτζάνι καφέ ή μαλώνει τα παιδιά του».
4) Στο γραφείο: «Στις δέκα παρά τέταρτο, εμφανίζεται στο δημαρχείο. Εκεί, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, σαν παπαγάλος πάνω σε κούνια, με θέρμανση από την πόλη του Παρισιού, εγγράφει τους θανάτους και τις γεννήσεις ενός ολόκληρου διοικητικού διαμερίσματος, χωρίς δάκρυ ή χαμόγελο. Η ευτυχία, η δυστυχία της γειτονιάς περνούν από το ράμφος της πέννας του, όπως το πνεύμα του «Συνταγματικού» ταξίδευε πριν από λίγο πάνω στους ώμους του. Τίποτα δεν τον βαραίνει! Πάντα πηγαίνει ευθεία μπροστά του, παίρνει πανέτοιμο τον πατριωτισμό του από την εφημερίδα, δεν φέρνει αντίρρηση σε κανέναν, σκούζει ή χειροκροτεί με όλο τον κόσμο και ζει σαν χελιδόνι».
5) Ως θρησκευόμενος: «Δυο βήματα από την ενορία του, μπορεί σε περίπτωση σημαντικής τελετής να αφήσει τη θέση του σε κάποιον έκτακτο και να πάει για να τραγουδήσει ένα ρέκβιεμ στο αναλόγιο της εκκλησίας, του οποίου αποτελεί τις Κυριακές και τις γιορτές το πιο όμορφο κόσμημα, την πιο επιβλητική φωνή, καθώς στραβώνει με αποφασιστικότητα το μεγάλο στόμα του βροντώντας ένα χαρμόσυνο αμήν. Είναι ψάλτης».
6) Στο μαγαζί του: «Ελεύθερος από την επίσημη υπηρεσία του στις τέσσερις, παρουσιάζεται για να σκορπίσει τη χαρά στο πιο διάσημο μαγαζί που υπάρχει στην παλιά πόλη. Ευτυχισμένη είναι η γυναίκα του, δεν έχει χρόνο να είναι ζηλιάρης. Είναι μάλλον άνθρωπος της δράσης παρά του συναισθήματος. Επίσης, μόλις φτάσει, προκαλεί εκνευρισμό στις δεσποινίδες του ταμείου, που τα ζωηρά τους μάτια προσελκύουν μάτσο τους πελάτες. Γεμίζει ικανοποίηση ανάμεσα στα στολίσματα και τις εσάρπες, την ομορφοφτιαγμένη μουσελίνα από αυτές τις ικανές εργάτριες».
7) Στα θεάματα: «Στις έξι, κάθε δυο μέρες, είναι πιστός στο πόστο του. Ισόβιος βαρύτονος των χορωδιών, βρίσκεται στην Όπερα, έτοιμος να γίνει στρατιώτης, Άραβας, φυλακισμένος, άγριος, χωρικός, σκιά, οπλή καμήλας, λιοντάρι, διάβολος, ιδιοφυία, λευκός ή μαύρος ευνούχος, πάντα εξασκημένος να προσφέρει χαρά, οδύνη, οίκτο, κατάπληξη, να μπήζει απαράλλαχτες κραυγές, να το βουλώνει, να κυνηγάει, να συμπλέκεται, να εκπροσωπεί τη Ρώμη ή την Αίγυπτο».
8) Η ιδιωτική του ζωή: «Αλλά πάντα ενδομύχως μικρέμπορος. Τα μεσάνυχτα ξαναγίνεται καλός σύζυγος, άντρας, τρυφερός πατέρας, γλιστράει μέσα στο συζυγικό κρεβάτι, με τη φαντασία ακόμα τεταμένη από τις απατηλές μορφές των νυμφών της Όπερας κι έτσι κινεί τον εκτραχηλισμό του κόσμου και τις ηδυπαθείς στρογγυλάδες από τη γάμπα της Ταλιόνι [7] προς όφελος του συζυγικού έρωτα. Τέλος, αν κοιμηθεί, κοιμάται γρήγορα και βιάζει τον ύπνο του όπως έχει βιάσει τη ζωή του».
9) Ανακεφαλαίωση του «νοικοκυραίου»: «Δεν είναι η κίνηση καμωμένη άνθρωπος, ο χώρος σαρκωμένος, ο Πρωτέας του πολιτισμού; Αυτός ο άνθρωπος συνοψίζει τα πάντα: ιστορία, λογοτεχνία, πολιτική, διακυβέρνηση, θρησκεία, στρατιωτική τέχνη. Δεν είναι ζωντανή εγκυκλοπαίδεια, γκροτέσκος άτλας σε αδιάλειπτη κίνηση στο Παρίσι και που δεν αναπαύεται ποτέ; Όλα σ’ αυτόν είναι πόδια. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να διατηρηθεί ακέραιο μέσα σε τέτοιες δουλειές».


Σημειώσεις

1. Βλ. σχετικά τις μονογραφίες των P. Friedenson-A.Strauss, Le Capitalisme Français, XIX-XXe siècle-blocages et dynamisme d’une croissance, εκδ. Fayard, Παρίσι, 1987 και William Reddy, The Rise of Market Culture: the Textile Trade and French Society, 1750-1900, εκδ. Cambridge University Press, Κέμπριτζ, 1987, με έμφαση στη δύσκολη και αντιφατική ανάπτυξη ταξικής συνείδησης στην εργατική τάξη της περιόδου.

2. Σχετικά με τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου στο Παρίσι και την αφήγησή τους στην «Ανθρώπινη Κωμωδία» του Μπαλζάκ αξίζει να διαβαστεί το εξαιρετικό άρθρο της Nicole Mozet, Les prolétaires dans «La Fille aux yeux d’or », περιοδικό L’Année Balzacienne, 1964, σελ. 91 κ.ε.

3. «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια» εντάσσεται μαζί με τον «Φεραγκύς» («Ferragus», 1833) και τη «Δούκισσα του Λανζέ» («La duchesse de Langeais», 1833/1834 και 1839) σε μια ιδιαίτερη ενότητα της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», με τίτλο «Η ιστορία των Δεκατριών» («Histoire des Treize»). «Το κορίτσι με τα χρυσά μάτια» είχε κυκλοφορήσει το 1994 σε ωραία μετάφραση της Ρένας Χατχούτ από τις εκδόσεις «γράμματα», έκδοση που, δυστυχώς, δεν είναι πια διαθέσιμη. Σχετικά με το σκοτεινό κοινωνικό αποτύπωμα στην πόλη του ανερχόμενου καπιταλισμού, όπως δίνεται στην ενότητα «Η ιστορία των Δεκατριών», αλλά και τη σύνθεση του νουάρ και του ρεαλισμού στην αφήγηση του φαινομένου από τον Μπαλζάκ, βλ. το άρθρο της Chantal Bédoin-Massol, L’énigme de Ferragus : du roman noir au roman réaliste, στο περιοδικό L’Année Balzacienne, 1967.

4. Βλ. Michel Butor, Paris à vol d’Archange-Improvisations sur Balzac II, Editions de la Différence, Παρίσι, 2000, σελ. 27-30.

5. Le Constitutionnel, εφημερίδα που ιδρύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα και αποτέλεσε στην εξέλιξή της όργανο των συντηρητικών φιλελευθέρων και των βοναπαρτικών.

6. Η εθνοφρουρά (Garde nationale) είχε καταργηθεί το 1827, αλλά αναδιοργανώθηκε το 1830 σε τιμοκρατική βάση από τους κατέχοντες, με αποκλεισμό των λαϊκών στρωμάτων. Λειτουργούσε σαν στρατός της «οικονομίας του έθνους» και θωράκιζε την αποτελεσματικότητα της φυσικής καταστολής. Βλ. και στο βιβλίο του J.-H. Donnard, Balzac. Les Réalités économiques et sociales dans la Comédie Humaine, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 1961.

7. Ο Μπαλζάκ αναφέρεται εδώ στη διάσημη χορεύτρια της εποχής, Μαρία-Σοφία Ταλιόνι (1804-1884).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου